Πολίτικη Νοσταλγία – ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ: Ιούλιος 1054 ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ: Ιούλιος 2020(Βίντεο)

5/5 (3)

Ὀργανικὲς μελωδίες Ρωμηῶν Συνθετῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ ΙΗ΄ μέχρι τὰ μέσα τοῦ Κ΄αἰῶνος. Ἀντιπροσωπευτικὰ δείγματα τῆς Ἀνατολικῆς Κλασσικῆς Μουσικῆς. 

  1. Ταξίμι Νιχαβέντ – Taksimi Nihavent
  2. Νιχαβὲντ Σεμαῒ – Πετράκης – Nihavent Semai – Petrakis
  3. Χιτζὰζ Μαντηλᾶτος – Ἀντώνης Κυριαζῆς – Xitzaz mantilatos – Antonis Kyriazis
  4. Ταξίμι Οὐσάκ – Taksimi Ousak
  5. Οὐσὰκ Σεμαῒ – Τζώρτζης – Ousak semai – Tzortzis
  6. Ταξίμι Μαχούρ – Taksim Mahour
  7. Μαχοὺρ Σεμαῒ – Νικολάκης – Mahour semai – Nikolakis
  8. Νιχαβὲντ Πεσρέφι – Πετράκης – Nixabent Pesrefi – Petrakis
  9. Νιχαβὲντ Λόγγα – Nihavent Logga
  10. Ταξίμι Χιτζάζ – Taksim Xitzaz
  11. Καρσιλαμᾶς Πολίτικος – Χιτζάζ – Karsilamas politikos- Xitzaz
  12. Ταξίμι Ἐβίτζ – Taksimi Ebitz
  13. Ἐβὶτζ Σεμαῒ – Νικολάκης – Evitz Semai- Nikolakis
  14. Σουλτανὶ Γεγκιὰχ
  • Καταγραφὴ Γιῶργος Μπαντζανός – Soultani Gegkiah – Yiorgos Mbatzanos

ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ: Ιούλιος 1054
ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ: Ιούλιος 2020
 Χίλια χρόνια … επάρσεως και αλαζονείας συνέχεια!
Τι προσδοκά η Ορθοδοξία και η Ελλάδα;

Αναφερόμαστε μόνο στην συγκεκριμένη περίοδο του οριστικού Σχίσματος, ως εις μέλαιναν επέτειον, καθόσον βαρύτερα, αισχρότερα και ασεβέστερα διεξήχθησαν κυρίως επί των Σταυροφοριών. Στο έργο του αγίου Νεκταρίου «ΜΕΛΕΤΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΤΙΩΝ ΤΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ», κατατίθενται πλείστες όσες επιστολές, οι οποίες αντηλλάγησαν μεταξύ Αυτοκρατόρων, Παπών, Πατριαρχών και Μητροπολιτών, αλλά και άλλων αρμοδίων εξουσιοδοτημένων υπ` αυτών περί του θέματος. Μέσα κυρίως από αυτές τις ζωντανές μαρτυρίες και τους έμπονους και εν αγάπη  Χριστού σχολιασμούς του Αγίου γίνεται αντιληπτή η διάθεση της Δύσης, διά του παπισμού, να υποτάξει, να καταντροπιάσει και να ταπεινώσει με κάθε τρόπο  την Εκκλησία της Ανατολής, την Ορθόδοξη Εκκλησία, άμα και τον Ελληνισμό, αφού δεν απέκλινε από την Αποστολική Παράδοση, την ιερή Παράδοση και τις αποφάσεις των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων. Τα ζούμε ξεκάθαρα στις ημέρες μας και θα δούμε ακόμη δεινότερα από τους προαιώνιους «φίλους». 
Γράφει ο άγιος: «Οι εμβριθείς αναγνώσται της ιστορικής ημών ταύτης μελέτης θέλουσιν ομολογήσει την αμερόληπτον ημών εργασίαν και τους πόνους, ους κατεβάλομεν προς αναζήτησιν και εύρεσιν του δικαίου και της αληθείας υπέρ ών και μόνον ειργάσθημεν».
Αυτά τα τρομερά αλλά αληθινά γεγονότα που περιγράφονται, συνέβησαν στην Κωνσταντινούπολη, με αποκορύφωμα την μαγαρισιά της Αγίας Σοφίας, από τους παπικούς απεσταλμένους, τον Ιούλιο του 1054. (Β΄ΤΟΜΟΣ, σελ. 29-32).
 «Οι απεσταλμένοι του Πάπα (Λέοντος του Θ΄), όταν έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη κατά τον Ιούλιο του 1054, τους δεξιώθηκαν με μεγάλες τιμές και ο βασιλιάς και ο Πατριάρχης. (σημ: την ίδια ειρηνική, μετριοπαθή και μακρόθυμη στάση κρατούσαν πάντοτε οι Ορθόδοξοι, σε κάθε συνάντηση με τους παπικούς, σε αντίθεση με την υπεροψία αυτών και την συνεχή απαίτηση του «υπερέχειν» ). Ο Πατριάρχης απέφυγε μαζί τους κάθε συζήτηση για τα περιεχόμενα των επιστολών, οι οποίες έφεραν μαζί τους και ήταν γεμάτες από  κατηγορίες εναντίον της Εκκλησίας, διότι δεν ήθελε να επιτρέψει στον αρχιερέα της Ρώμης να έχει δικαιοδοσία, την οποία εκείνος ζητούσε αποκλειστική, ενώ αυτή ανήκε στο σύνολο των αντιπροσώπων της Εκκλησίας.
Τότε ο Ουμβέρτος (ο απεσταλμένος καρδινάλιος), ο οποίος ήθελε οπωσδήποτε να προκαλέσει σκάνδαλα, συνέταξε και δημοσίευσε απάντηση στις κατηγορίες, τις οποίες είχε απευθύνει ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Λέων κατά των Λατίνων (περί των αζύμων, της νηστείας του Σαββάτου και άλλα περί  άλλων ζητημάτων). Αλλά, αντί να συζητήσει επισταμένως τα πράγματα, εξετράπη σε ύβρεις πολύ βαριές, ονόμασε την Ανατολή πατρίδα κάθε αιρέσεως, επισώρευσε πλήθος διάφορων ανύπαρκτων μύθων και κατά του Πατριάρχη της Ανατολικής Εκκλησίας, ιδιαιτέρως δε κατηγόρησε τον Πατριάρχη ότι ξαναβαπτίζει τους Λατίνους, κάτι που ο ίδιος ο Πατριάρχης Κηρουλάριος είπε σε σύνοδο ότι είναι συκοφαντία.
Αφού δε δεν αρκέστηκε σ` αυτά, έγραψε και άλλο κείμενο κατά του Έλληνα μοναχού Νικήτα Στηθάτου, ο οποίος είχε γράψει προ καιρού κατά των αζύμων, αλλά με πολλή πολλή μετριοπάθεια. Τις καινοτομίες αυτές, τις αποδιδόμενες στους Λατίνους, ο Νικήτας δεν τις χαρακτήρισε ως αίρεση, αλλά ως απόκλιση απλή από την αποστολική διδασκαλία, χαρακτήριζε δε την ρωμαϊκή Εκκλησία ως «πασιφανή της οικουμένης οφθαλμόν». Απαντώντας ο Ουμβέρτος τον ονόμασε τυχοδιώκτη, γάιδαρο, φιλήδονο, πόρνο, αρχιαιρετικό και άλλα παρόμοια.
Μπροστά σε ένα τέτοιο σκάνδαλο οι δικοί μας κινήθηκαν με την συνήθη τους μετριοπάθεια. Ο μεν βασιλιάς υποχρέωσε την Νικήτα να ανακαλέσει όσα έγραψε και να κάψει μάλιστα τα κείμενα, ο δε Πατριάρχης επέμενε μεν σταθερά, λέγοντας ότι ζητούσε τα πράγματα που είχαν ενώπιόν τους δεν μπορούσαν να συζητηθούν, παρά μόνο με την παρουσία και των άλλων Πατριαρχών της Ανατολής. Εξακολουθούσε δε με κάθε κοσμιότητα να συμπεριφέρεται στους πρέσβεις του Πάπα, μέχρι που σταμάτησαν και αυτοί και του συμπεριφέρθηκαν επί ίσοις. Αλλά και τότε περιορίστηκε στο να διακόψει κάθε σχέση μαζί τους και να απαγορεύσει σ` αυτούς την τέλεση της θείας Λειτουργίας στην ενορία του».
Έτσι είχαν τα πράγματα περί τα μέσα Ιουλίου 1054, ήτοι ένα περίπου μήνα από την άφιξη των απεσταλμένων του Λέοντος Θ΄. Απέναντι σ` αυτές τις υβριστικές επιστολές του επισκόπου της Ρώμης, απέναντι στην αυθάδεια και την χλεύη των απεσταλμένων του, οι δικοί μας απαντούσαν πως η έριδα αυτή πρέπει να υποβληθεί στην κρίση όλης της Εκκλησίας. Παρ` όλα αυτά όμως, έκαναν παραχωρήσεις σε αυτούς, σε ό,τι ήταν δυνατόν να γίνει, χωρίς να προδικαστεί το οριστικό ζήτημα. Υποχρέωσαν τον Νικήτα Στηθάτο να αποδοκιμάσει επισήμως όσα έγραψε κατά των Λατίνων. Τι άλλο μπορούσαν ευλόγως να απαιτήσουν οι περί τον Ουμβέρτο; Αυτός ο Εργενροίθερ (έτερος απεσταλμένος) ομολογεί ότι διά της αποδοκιμασίας του Νικήτα πέτυχαν λαμπρότατη νίκη. Ναι μεν, ο Πατριάρχης δεν δεχόταν να δικαστεί από αυτούς, επικαλούμενος την απόφαση όλης της Εκκλησίας, αλλά οι δικοί μας για επτά ολόκληρους αιώνες δεν αναγνώρισαν την αποκλειστική δικαιοδοσία του Πάπα, χωρίς εξ αυτού να προκύψει οριστική ρήξη μεταξύ αυτών και των Δυτικών.
Άρα, οι τοποτηρητές του αρχιερέα της Ρώμης μπορούσαν κάλλιστα να περιμένουν την συγκρότηση της προτεινόμενης συνόδου, επιφυλάσσοντας, αν ήθελαν τα υποτιθέμενα δικαιώματά τους. Αλλά φάνηκε από την αρχή ότι δεν είχαν έρθει στην Κωνσταντινούπολη, παρά μόνο για να προξενήσουν σκάνδαλα.
Έτσι, στις 16 Ιουλίου, ενώ κλήρος και λαός ήταν συγκεντρωμένοι μέσα στον ιερό ναό της του Θεού Σοφίας, ο Ουμβέρτος και όσοι ήταν μαζί του, αφού μπήκαν στον Ναό του Κυρίου και διετάραξαν με ασέβεια την θεία Λειτουργία, έφτασαν μέχρι την Αγία Τράπεζα, απέθεσαν επάνω της αφορισμό κατά του Πατριάρχη Μιχαήλ και έπειτα βγήκαν έξω, «εκτινάσσοντες τον κονιορτόν των ποδών αυτών» και επικαλούμενοι την θείαν δίκην!
Το πόσο μεγάλη ήταν η ανοχή και η μετριοπάθεια των δικών μας, δεν φάνηκε ποτέ άλλοτε στην ιστορία, παρά εκείνη την φοβερή εκείνη στιγμή, κατά την οποία, ένα και μόνο νεύμα του Πατριάρχη ήταν δυνατόν να επισύρει βαριά τιμωρία αυτής της κακούργου πράξεως. Και όμως ο ιεράρχης μας επέτρεψε, ώστε να φύγουν αβλαβείς από τον ναό. Μετά δε δύο ημέρες μπόρεσαν επίσης να φύγουν αβλαβείς από την Κωνσταντινούπολη, αφού αποχαιρέτησαν τον βασιλιά και πήραν απ` αυτόν τα συνηθισμένα δώρα. Ούτε αυτό τους ήταν αρκετό, αλλά ο βασιλιάς και ο Πατριάρχης, εξαντλώντας κάθε τρόπο συνδιαλλαγής, αφού ήδη είχαν φτάσει στην Σηλυβρία, τους παρακάλεσαν να επιστρέψουν στην Κωνσταντινούπολη, με την ελπίδα ότι μπορεί ακόμη να συμβιβαστούν τα πράγματα.
Πράγματι, ο Ουμβέρτος και οι άλλοι τοποτηρητές επέστρεψαν στις 20 Ιουλίου. Δυστυχώς όμως, από τη μια αυτοί δεν δέχονταν με κανέναν τρόπο να έρθουν σε επαφή με την ιερά σύνοδο και να δώσουν εξηγήσεις για το υβριστικό έγγραφο που άφησαν στην Αγία Σοφία, από την άλλη η οργή της κοινής γνώμης της Βασιλεύουσας είχε φτάσει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, ώστε δεν ήταν δυνατόν να παρατείνουν άλλο την παραμονή τους εκεί, δίχως να διατρέξουν τον έσχατο κίνδυνο. Έτσι, ο βασιλιάς αναγκάστηκε να τους προτρέψει να φύγουν όσο μπορούσαν γρήγορα και οριστικά. Πολύ σωστά δε το έκανε αυτό, διότι, μόλις αναχώρησαν, εξαιτίας της κορυφωθείσας αγανακτήσεως του λαού, εξερράγη στάση, η οποία κατεστάλη με πολύ κόπο».
Βασιλεύει η αχαριστία με γερό θεμέλιο την υποκρισία! Δεν μπορεί να μείνει απαθής, ασυγκίνητος και απροβλημάτιστος κανένας Ορθόδοξος Χριστιανός και μάλιστα Έλληνας, βιώνοντας όχι τόσο βαριά την προσβολή από τον χονδροειδή πολιτιστικά αλλά και εξ αντικειμένου αλλόθρησκο Τούρκο, όσο από την «ευγενή αδιαφορία» των εξ Εσπερίας «φίλων», «συνεργατών»,  «συνυπαρχόντων», ημών όμως «υπ` αυτών αρχομένων», των «αδελφών εκκλησιών» κατά την μοντέρνα θεολογία του οικουμενισμού και εν ολίγοις, των απογόνων αυτών που περιγράφει ο άγιος Νεκτάριος. Σάββας Ηλιάδης
Δάσκαλος
Κιλκίς, 18  Ιουλίου 2020

Δεν χρειάζεται κλάμα…. Μετάνοια χρειάζεται…. Μετάνοια για κάθε φορά που δεν μιλήσαμε στα παιδιά μας για την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά, για τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά Μετάνοια που δεν τους είπαμε οι περισσότεροι το Σώπασε κυρα-Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ναι…. Μόνο με την πίστη του Γένους και τον αγώνα μας θα ξαναγίνει η Αγια-Σοφιά αυτό που ήτανε, θα γίνουμε εμείς ξανά αυτό που ήμασταν…. Χαράλαμπος Μηνάογλου

Ναός της Ύπατης Σοφίας του Ένσαρκου Λόγου του Θεού (Αγια Σοφιά)

Την εποχή του Ιουστινιανού, η Αγία Σοφία είχε χίλιους κληρικούς.
Η νεαρά του Ηρακλείου, που βασίλεψε τον έβδομο αιώνα μας αναφέρει:
Πρεσβυτέρους … 80
Διακόνους … 150
Διακόνισσες … 40
Υποδιάκονους … 70
… 160 Ψάλτες … 25
Θυρωρούς … 75
Σύνολο: 600

Της Αγιά Σοφιάς οι πόρτες

Της Αγια-Σοφιάς οι πόρτες δεν ανοίγουν με κλειδιά Μον’ ανοίγουν με λεβέντες, με ρωμαίικα σπαθιά {Παραδοσιακό}

Η κατανόηση του ζητήματος της Αγίας Σοφίας θα μπορούσε να προσληφθεί μέσω του ιστορικά επαναλαμβανόμενου σε βάρος της καιροσκοπισμού. Όπου βάσει του εκάστοτε πολιτικού προσανατολισμού της γείτονας χώρας, ανάλογα δηλαδή τον ιδεολογικό χαρακτήρα που φιλοδοξεί να εισαγάγει έκαστη πολιτική ηγεσία της, κοσμικό ή ισλαμικό, εργαλειοποιείται χρησιμοθηρικά μετατρεπόμενη σε μουσείο ή τζαμί, αντίστοιχα.
Θα μπορούσε να κουκουλωθεί, αφελώς μετατιθέμενο στη διάσταση της ψυχολογικής ή εξωτερικής ανάγκης, με μια διαρκή υπόμνηση της αποδείξιμης, ανεπανάληπτης, αλλά πρακτικά μη ρευστοποιήσιμης αδυναμίας των Οθωμανών και μετέπειτα Τούρκων όχι απλά να παράξουν πρωτότυπο πολιτισμό, αλλά και να διαφυλάξουν, να μην κανιβαλίσουν, να σεβαστούν, να αξιοποιήσουν ευρηματικά ή απλά να υποταχθούν, λόγω του μεγαλειώδους του χαρακτήρα, στον ήδη υφιστάμενο πολιτισμό που η ιστορική συγκυρία τους κληροδότησε.
Θα μπορούσε να διαφωτιστεί -αν όχι πλήρως, σίγουρα ικανοποιητικώς- από επιστημονικές αναλύσεις των όσων διακυβεύονται σε πολιτικό, διπλωματικό και γεωπολιτικό επίπεδο.
Θα μπορούσε να υποβαθμιστεί ή/και διασκεδαστεί στο αντάμωμα του κωμικού με το τραγικό, όσον αφορά στην ονοματοθεσία του «νέου» λατρευτικού χώρου ο οποίος, αν και ισλαμικός, διατηρεί το χριστιανικό του όνομα: Ayasofya Camii.
Θα μπορούσε να εγείρει -όπως ήδη συμβαίνει- απεχθείς εθνικιστικές κορώνες και αντεγκλήσεις, ένθεν κακείθεν του Αιγαίου Πελάγους, τόσο μα τόσο ξένες και πληγωτικές για το θρησκευτικό γεγονός. Όμως, τόσο η Ορθόδοξη Παράδοση όσο και η ίδια η νοοτροπία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εντός της οποίας γεννήθηκε και ευδοκίμησε η Μεγάλη Εκκλησία, στέκουν απαρεγκλίτως αντίκρυ από τούτους τους παραλογισμούς, καθόσον ανέκαθεν χάραζαν προσανατολισμό του βίου έχοντας ως μπούσουλα τον παύλειο λόγο: «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ούκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ∙ πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού»[1].

Από την άλλη πλευρά, το ζήτημα δεν πρόκειται να συλληφθεί στις όντως διαστάσεις του, όσο το αρχιτεκτονικό θαύμα των Ανθεμίου και Ισιδώρου προβάλλεται μονομερώς στο ασφυκτικά περιοριστικό υλικο-τεχνικό του επίπεδο. Δεν πρόκειται, λοιπόν, να αποκαλύψει την ευρυχωρία του αν στους τοίχους της Αγίας Σοφίας, ως εξωτερική έκφραση της Ορθοδόξου Πνευματικότητας, δεν τοιχογραφηθούν νοητά τα δόγματα των Οικουμενικών Συνόδων και της Πατερικής Παραδόσεως και ιδιαιτέρως εκείνο της Χαλκηδόνας[2].

Αδύνατον να θεαθεί το φρικτό του βάθος όσο δεν γίνεται ξεκάθαρο πως «η Μεγάλη Ιδέα δεν είναι η κατάληψι ενός χώρου αλλά η άνοδος σε ένα πνευματικό επίπεδο, το να αναχθούμε στο ύψος του ήθους της Αγια-Σοφιάς, στο ύψος της Ορθοδόξου θείας Λειτουργίας»[3].

Είναι αδύνατον να διερμηνευθεί δίχως στοχαστικό κάματο απάνω στο αγιογραφικό «χωρίς πάσης αντιλογίας το έλαττον υπό του κρείττονος ευλογείται»[4]. Δίχως γόνιμο και θαρρετό προβληματισμό στο άραγε ποιας ανθρώπινης ελευθερίας συγκατανεύει ο Θεός. Ποιας αβουλίας καρτερά στωικά τη μεταστροφή της σε βούληση. Με ποιον τρόπο, ακόμη και μέσα από το κακό που υφίσταται μόνο ως ανθρώπινη επιλογή, δύναται να λάμψει η δικαιοσύνη Του.
«Ο μη συνάγων μετ’ Εμού, σκορπίζει»[5]. Πως προσδοκούμε να προσλάβουμε το μήνυμα του Μεγάλου Μοναστηριού, πως να το κατανοήσουμε, να το εγκολπωθούμε όταν το ζήτημα το προσεγγίζουμε αυτόνομα. Δίχως να υπηρετούμε την ένωση μας με τον Θεό και με το θέλημά Του.
Και πως να ορθωθεί επιχειρηματολογία πειστική, δυναμική, καίρια και ακέραια όταν το πρόταγμα διαιωνίζεται αδιευκρίνιστο. Τι επιθυμούμε, τι επιδιώκουμε, τι ζητάμε; Την διατήρηση της Εκκλησίας στην υφιστάμενη κατάσταση ως μουσείου; (Παρένθετη διερώτηση: Μήπως ως χώρος λατρείας απολάβει μεγαλύτερο σεβασμό από ότι ως τέτοιο;) Ή την άρση της αιχμαλωσίας της; Και στο τι εν τέλει συνίσταται η αιχμαλωσία της Αγια-Σοφιάς; Στο γεγονός ότι βρίσκεται σε ξένα εδάφη; Στο ότι περιβάλλεται από αλλόθρησκους πληθυσμούς; Στο ότι υπόκειται στις ορέξεις αφιλόξενων και ασταθών πολιτικών τακτικισμών; Ή στην αιώνια αδικία μη αποδόσεως χρήσης της, σύμφωνα με τους λόγους που τη δημιούργησαν. Δηλαδή στην απαγόρευση να λειτουργήσει ως χώρος φιλοξενίας «του νέου υπαρκτικού πεδίου, που εισάχθηκε στον κόσμο μετά τον Γολγοθά, την Ανάσταση και την Πεντηκοστή, που ονομάσθηκε Εκκλησία»[6]; Στο ότι στα μεγαλοπρεπή κτήριά της δεν πραγματώνεται -τουλάχιστον με φυσική παρουσία- το αντάμωμα της προσωπικής και της εκκλησιαστικής εμπειρίας, στην κοινή τους λαχτάρα να ενωθούν με τον Θεό δια Ιησού Χριστού εν Αγίω Πνεύματι;
Οι αναλύσεις μας πάντα θα υπολανθάνουν αν από τους επιβλητικούς της θόλους δε δούμε να μας νεύει η Πλατυτέρα των Ουρανών, η ουρανώσασα το γεώδες ημών φύραμα.
Οι ερμηνείες θα εκκρεμούν ατελέσφορες όσο αγνοούν και εξοβελίζουν τα εκκλησιαστικά κριτήρια, ως τα καθ’ ύλην αρμόδια να αποφανθούν. Όσο δεν θέτουμε ως κέντρο της ζωής μας τον Χριστό. Κέντρο κάθε κοινότητος το ναό. Κέντρο του Γένους μας ολόκληρου την Αγια-Σοφιά[7].
Όσο η καθολική της αποδοχή, ο οικουμενικός-πανανθρώπινος της προορισμός περιορίζεται στην αναγνώρισή της απλά ως μνημείο της UNESCO, όσο δεν διαυγάζεται από τη συνακτική καθολικότητα της Θείας Λειτουργίας και το μήνυμα ειρήνης και μεταμόρφωσης που κομίζει το Ευαγγέλιο, τόσο το ζήτημα της Αγια-Σοφιάς θα διαιωνίζεται ανερμήνευτο, η δυναμική της θα παραμένει ανεκμετάλλευτη.
Οι πόρτες που οδηγούν στην κατανόηση του ζητήματος της Αγίας Σοφίας δεν ανοίγουν με τα κλειδιά του πολιτικού ορθολογισμού και του γεωστρατηγικού παζαρέματος. Μήτε με διχοτομημένες συνειδήσεις που οδηγούν τον σύγχρονο άνθρωπο «σε κατάσταση σχιζοφρένειας, στην οποία πότε δέχεται το υπερφυσικό, για να μην προδώσει την πίστη του, και πότε αδιαφορεί γι’ αυτό, γιατί η καθημερινή ζωή του το επιβάλλει» [8].
Οι πόρτες της Αγια-Σοφιάς ανοίγουν με λεβέντες, κατά τον προσφιλή λόγο του αγίου γέρων Παϊσίου του Αγιορείτου και δη του πνεύματος. Ανοίγουν με ρωμαίικα σπαθιά, ήτοι τη ρομφαία της Αγίας Γραφής και της Πατερικής Παράδοσης. Με συνταρακτικές υπαρξιακές διερωτήσεις, όπως: αν η Αγια-Σοφιά είναι ο Οίκος μας, τότε γιατί εμείς βρισκόμαστε περιπλανώμενοι στη διασπορά, χωροταξικά μα κυρίως πνευματικά; 
Ή… πως επιζητούμε τη σύνδεσή μας με τον Οίκου του Θεού, όταν οι επιλογές της ζωής μας μας οδηγούν στην απόλυτη αποσύνδεση μαζί Του; κ.ο.κ.
Τέλος, οι πόρτες της ανοίγουν καθιστώντας οντολογικά μεθεκτό κάτι το αυτονόητο μα συνάμα λησμονημένο. Ανοίγουν αφού συγχρωτισθούμε ευχαριστιακά με αυτό καθαυτό το όνομα της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Ανοίγουν ερχόμενοι σε ελεύθερη συνέργια με την του Θεού σοφία. Την υπερφιλάνθρωπη, αγαπητική, δίκαιη και ξαφνιαστική.
πηγή

Σημειώσεις
[1] Προς Γαλάτας 3:28.
[2] Αρχιμ. Βασίλειος Ιβηρίτης, Το Άγιον Όρος και η Παιδεία του Γένους, Ι.Μ. Ιβήρων, 2003, σελ. 33.
[3] Αυτόθι, σελ. 35.
[4] Προς Εβραίους 7:17.
[5] Ματθ. 12:30.
[6] Vladimir Lossky, Η μυστική θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 292.
[7] Αρχιμ. Βασίλειος Ιβηρίτης, ο.π., σελ 32.
[8] Ιωάννης Ζηζιούλας, Μητροπολίτης Περγάμου, Η Κτίση ως Ευχαριστία, Θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της Οικολογίας, Εκδόσεις Πορφύρα, Αθήνα 2019, σελ. 25.

trelogiannis.blogspot.com

www.nikosxeiladakis.gr


Αξιολογήστε Το

Facebooktwitterlinkedinmail
Loading...

Μπορεί να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *