Ο ΑΓΙΟΣ «ΠΑΠΟΥΛΗΣ», Εις μνήμη, 11/7/2019 επέτειος κοιμήσεως

5/5 (6)

Τον Άγιο Παισιο τον συνάντησε μόνο μια φορά, το 1988 και αυτό είχε γίνει σε μια περίοδο που είχε απομακρυνθεί από την θρησκεία και την εκκλησία και είχε μια προκατάληψη για κάθε τι εκκλησιαστικό.

Όμως είχε ακούσει πάρα πολλά και μάλιστα από ανθρώπους που δεν είχαν και πολύ σχέση με την εκκλησία, αλλά αναγνώριζαν, όπως ανέφεραν, τις πολλαπλές του ικανότητες γι αυτό και αποφάσισε με πολύ δισταγμό να πάει να τον επισκεφτεί για να βοηθήσει ένα συγγενικό του πρόσωπο που έπασχε από ανίατη ασθένεια.

Έτσι ένα πρωί Απρίλιος του 1988, αμέσως μετά το Πάσχα, ξεκίνησε για το Άγιο Όρος χωρίς να έχει μέσα του πολλές ελπίδες να τον βρει, γιατί είχε ακούσει ότι πολλοί άνθρωποι και μάλιστα πολύ πιο πιστοί από αυτόν πήγαιναν πολλές φορές και περίμεναν ώρες πολλές έξω από το καλύβι του χωρίς να μπορέσουν να τον δούνε.

Μόλις έφτασε στο Άγιο Όρος πήρε το λεωφορείο, αυτός και ένα παιδί από την Λάρισα που ήταν πολύ θρησκευόμενο και πήγαινε και αυτός να βρει τον πάτερ Παίσιο, για να πάνε στις Καρυές. Καθώς ανέβαιναν την πλαγιά ένοιωσε μια άσχημη διάθεση και είχε κιόλας μετανιώσει που είχε αφήσει την πόλη με τις συνήθειες του για να βρεθεί σε ένα τόπο όπου τότε ακόμα δεν είχε ούτε ηλεκτρικό ρεύμα. Δεν έβλεπε την ώρα να φύγει.

Τελικά έφτασαν στις Καρυές και κατάλυσαν μαζί με τον Λαρισαίο στην μονή Κουτλουμουσίου, όπου δέχτηκαν να τους φιλοξενήσουν μια βραδιά.

Αμέσως ξεκινήσαν τον γνωστό κατήφορο που οδηγούσε στην καλύβα του Αγίου Παίσιου, ενώ στο βάθος φαίνονταν το πέλαγος. Του έκανε εντύπωση το πόσο καθαρή και αναζωογονητική ήταν η ατμόσφαιρα, ενώ το περιβάλλον ήταν γεμάτο μεθυστικές ανοιξιάτικες μυρωδιές, δίνοντας του με την ιερότητα που ανέδιδε μια παράξενη και πρωτόγνωρη αίσθηση.

Όσο όμως πλησίαζαν είχε την αίσθηση πως έχανε τον καιρό του και ότι ήταν αδύνατο να τον συναντήσει καθώς άλλοι με πολύ μεγαλύτερη πίστη από αυτόν πήγαιναν εκεί και δεν τον έβρισκαν.

Και πράγματι όταν έφτασαν εκεί χτύπησαν με το σχοινάκι το κουδούνι από την αυλόπορτα και δεν πήραν καμία απάντηση. Πάντως δεν υπήρχε κανένας άλλος να τον περιμένει, ενώ συνήθως εκεί έξω υπήρχε ουρά από ανθρώπους που περίμεναν ώρες να δούνε και να πάρουν την ευλογία του Παππούλη. Κάθισαν απογοητευμένοι έξω από την καλύβα και τότε ο Λαρισαίος του εμπιστεύτηκε πως είχε έρθει εκεί να πάρει την συμβουλή του Παππούλη που θα έκρινε την ζωή του για κάτι σημαντικό με ένα δεσμό που είχε. Αυτός δεν μιλούσε και ήταν λιγάκι εκνευρισμένος γιατί θεωρούσε πως είχα χάσει τις μέρες του σε ένα ανόητο ταξίδι.

Τότε ξαφνικά άκουσαν μια φωνή και είδαν μια λεπτή μαυροφορεμένη φιγούρα να ξεφυτρώνει σαν να είχε κατέβει από τον ουρανό, ανάμεσα σε κάτι θάμνους να τους χαιρετά. Ήταν ο Άγιος Παίσιος !

Ένοιωσε ταραχή καθώς τον είδε να πλησιάζει ενώ δεν πίστευε πως έβλεπε τον Παππούλη για τον οποίο τόσοι πολλοί του είχαν μιλήσει τόσα πολλά ενώ άλλοι είχαν προσπαθήσει να τον δούνε και δεν τα είχαν καταφέρει.

Ένοιωθε μεγάλη αμηχανία και δεν ήξερε πως να αρχίσει να μιλά και να εξηγήσει γιατί είχε έρθει εκεί έξω από το καλύβι του. Τελικά βρήκε τα λόγια του και του εξήγησε πως είχε έρθει για να τον ζητήσει να βοηθήσει το συγγενικό του πρόσωπο καθώς οι γιατροί δεν του έδιναν πολύ ζωή.

Ο Παπούλης τον κοιτούσε σα να ήξερε από πριν ότι έλεγε και αφού τον άκουσε προσεκτικά του είπε χαμογελώντας με απλά λόγια : «Μην στεναχωριέσαι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα». Στην αρχή απόρεσε λίγο αλλά κατά βάθος χάρηκε από την απάντηση του. Και πράγματι το συγγενικό του πρόσωπο έζησε άλλα δεκατέσσερα χρόνια, ενώ το τέλος του συνοδεύτηκε από άλλο ένα θαύμα

Ο Άγιος Παίσιος όμως δεν σταμάτησε εδώ. Τον πλησίασε πιο κοντά και του είπε μερικά λόγια που πολύ αργότερα κατάλαβε πως αυτά ήταν όλο το πρόβλημα της ζωής του, το στίγμα της πορείας του από την γέννηση ως τον θάνατο.

Είπε ο Παππούλης : «Στη ζωή πρέπει να κατανοήσουμε τι είναι ο Θειος έρωτας.». Τον κοίταξε με απορία και εκείνος συνέχισε. «Ο έρωτας που έχουμε για τα γήινα και τα φθαρτά πρέπει να μετουσιώνεται κάποτε στον Θειο έρωτα, στον έρωτα για τον Θεό και για τα αθάνατα. Ακόμα και ο έρωτας και το πάθος που υπάρχει σε ένα ζευγάρι μπορεί να μετουσιωθεί σε ανώτερο έρωτα και να μετατραπεί σε Θειο έρωτα που είναι αιώνιος».

Ο Παππούλης μετά απομακρύνθηκε από κοντά του και άρχισε να μιλάει επί ώρα με τον Λαρισαίο ενώ αυτός περίμενε να τελειώσουν για να ανέβουν αυτή την φορά την ανηφόρα προς την μονή Κουτλουμουσίου.

Πολλές φορές στην ζωή του ξαναήρθαν αυτά τα λόγια του Παππούλη και ήταν πάντα «τροφή» για συλλογισμό και για συνειδητοποίηση του σκοπού της ίδιας του της ύπαρξης και του τρόπου λειτουργίας της.

Όταν μετά από χρόνια πήγε για πρώτη φορά στον τάφο του Παππούλη, θυμήθηκε τα λόγια του και όταν έσκυψε να φιλήσει την μαρμαρένια επιγραφή δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τους λυγμούς του ενώ το στήθος του σπαρταρούσε από την συγκίνηση.

Ας είναι ευλογημένη η μνήμη του εις τους αιώνες των αιώνων.

ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογρ΄φος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
www.nikosxeiladakis.gr

Αξιολογήστε Το

Facebooktwittergoogle_pluslinkedinmail
Loading...

Μπορεί να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *